Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2014

ΑΚ 138-139 ΕΙΚΟΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΑ




Σύμφωνα με την 138 παρ. 1 η δήλωση βουλήσεως που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη. Εικονική συνεπώς είναι η δήλωση βουλήσεως που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
Εικονικότητα δεν επιδέχονται οι δικαιοπραξίες που καταρτίζονται με σύμπραξη της αρχής πχ γάμος, υιοθεσία κλπ. Αν όμως η αρχή καταγράφει απλώς τη δήλωση και δεν συμπράττει στην κατάρτισή της τότε είναι δυνατή η εικονικότητα πχ δήλωση ενώπιον συμβολαιογράφου.
Συνέπεια της εικονικής δήλωσης βουλήσεως και δικαιοπραξίας είναι η απόλυτη ακυρότητά της (ΑΚ 138 παρ. 1, 180) η οποία ακυρότητα πλήττει τόσο την υποσχετική όσο και την εκποιητική δικαιοπραξία και την εικονικότητα μπορούν να επικαλεστούν όχι μόνο όσοι μετείχαν στην εικονική δικαιοπραξία αλλά και τρίτα πρόσωπα με έννομο συμφέρον. Η ακυρότητα λόγω εικονικότητας επέρχεται αυτοδίκαια. Η επίκλησή της μπορεί να γίνει με αναγνωριστική αγωγή ή καταχρηστική ένσταση και δεν υπόκειται σε χρονικούς περιορισμούς ενώ ως μόνο όριο τίθεται αυτό της κατάχρησης δικαιώματος (ΑΚ 281).
Απόλυτη είναι η εικονικότητα όταν η εικονική δικαιοπραξία δεν καλύπτει άλλη δικαιοπραξία δηλαδή όταν ο δικαιοπρακτών δεν ήθελε να επέλθει με τη δικαιοπραξία καμία έννομη μεταβολή πχ ο υπερχρεωμένος Α για να αποφύγει κατάσχεση του ακινήτου του το μεταβιβάζει στον Β, ο Α παραμένει κύριος του ακινήτου (ΑΚ 138 παρ. 1).
Σχετική είναι η εικονικότητα όταν η εικονική δικαιοπραξία καλύπτει άλλη δικαιοπραξία πχ ο Α πωλεί ένα ακίνητο στον Β ενώ στην πραγματικότητα υποκρύπτεται δωρεά, τον υψηλό φόρο της οποίας επιδιώκουν οι Α και Β να αποφύγουν. Τη σχετική εικονικότητα προβλέπει η ΑΚ 138 παρ. 2. Η κάλυψη μπορεί να είναι πλήρης πχ πώληση αντί δωρεά είτε μερική πχ ήθελαν πώληση με τίμημα 10.000 ευρώ αλλά κατάρτισαν πώληση με τίμημα 5.000 ευρώ [2 προϋποθέσεις σχετικής εικονικότητας: (α) τα μέρη ήθελαν την καλυπτόμενη δικαιοπραξία (β) η δικαιοπραξία δεν αντίκειται στο νόμο ή στα χρηστά ήθη].
Στην περίπτωση εικονικής πώλησης ακινήτου, η οποία υποκρύπτει δωρεά (ΣΟΣ), η ακυρότητα λόγω της εικονικότητας πλήττει μόνο την ενοχική δικαιοπραξία της πώλησης (ΑΚ 513) και όχι την εμπράγματη περί μεταβιβάσεως του ακινήτου (ΑΚ 1033) την οποία θέλησαν τα μέρη ΟΜΩΣ θα πάσχει και η εμπράγματη από ακυρότητα λόγω της φύσης της ως αιτιώδους δικαιοπραξίας και λόγω έλλειψης έγκυρης αιτίας πχ εφόσον δεν τηρήθηκε ο νόμιμος τύπος της καλυπτόμενης δωρεάς (ΑΚ 498 παρ. 1). Αντιθέτως στην άτυπη εικονική πώληση κινητού αν δεν έχει τηρηθεί ο συμβολαιογραφικός τύπος, ισχυροποιείται με παράδοση του δωρηθέντος πράγματος (ΑΚ 498 παρ. 2). Συνεπώς, η εικονική δικαιοπραξία δηλαδή η πώληση παραμένει άκυρη αλλά είναι έγκυρη η καλυπτόμενη δικαιοπραξία δηλαδή η δωρεά. Ο καλόπιστος συναλλαχθείς δεν μπορεί να επικαλεσθεί την ΑΚ 139 αν αγνοούσε την ύπαρξη ή το είδος της καλυπτόμενης δικαιοπραξίας διότι η διάταξη αυτή αναφέρεται ΜΟΝΟ στην εικονική και όχι στην καλυπτόμενη δικαιοπραξία έτσι, αν ο Α πώλησε εικονικά στον Β ένα ακίνητο και ο Γ που γνώριζε την εικονικότητα αλλά όχι ότι η πώληση κάλυπτε δωρεά, αγόρασε το ακίνητο από τον Α, ο Γ δεν αποκτά κυριότητα γιατί κύριος είναι ο Β.  Ο Γ δεν προστατεύεται από ΑΚ 139 ως προς την καλυπτόμενη δικαιοπραξία. Η ΑΚ 139 αποσκοπεί να προστατεύσει την εμπιστοσύνη του καλόπιστου τρίτου σχετικά με την ισχύ της φαινομενικής κατάστασης, την οποία δημιούργησε η εικονική δικαιοπραξία.
Στην περίπτωση πώλησης με εικονικό τίμημα (μικρότερου του πραγματικού) η οποία αποτελεί τον κανόνα στις αγοραπωλησίες ακινήτων και αποσκοπεί στην αποφυγή πληρωμής του συνόλου του φόρου μεταβίβασης (τουλάχιστον συνέβαινε πριν την κρίση) ισχύουν τα ακόλουθα: η πώληση είναι άκυρη ως εικονική (ΑΚ 138 παρ. 1) ενώ η καλυπτόμενη πώληση με μεγαλύτερο τίμημα είναι άκυρη στην έκταση που το μη αναγραφόμενο τίμημα δεν καλύπτεται από το νόμιμο συμβολαιογραφικό τύπο (ΑΚ 369, 1033). Στην περίπτωση αυτή έχουμε μερική ακυρότητα της καλυπτόμενης σύμβασης (ΑΚ 181) διότι η καλυπτόμενη είναι έγκυρη αλλά μόνο με το τίμημα που αναγράφεται στο συμβόλαιο. Αν ο αγοραστής κατέβαλε μεγαλύτερο τίμημα από το αναγραφόμενο έχει αξίωση από αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΚ 904) μόνο για το μέρος που υπερβαίνει την αγοραία αξία του ακινήτου. Αν το υπερβάλλον δεν έχει καταβληθεί, ο πωλητής δεν έχει αξίωση για την καταβολή του.
Στην περίπτωση που έχουμε φαινομενικό συμβαλλόμενο (παρένθετο πρόσωπο) που γνωρίζει ότι αυτός ενεργεί για τρίτο πρόσωπο χωρίς φυσικά ο τρίτος να αναφέρεται στη σύμβαση γιατί τότε θα υπήρχε αντιπροσώπευση, η εικονικότητα συνίσταται στο ότι οι συμβαλλόμενοι επιθυμούν την επέλευση των έννομων αποτελεσμάτων όχι υπέρ του φαινομενικού συμβαλλόμενου αλλά υπέρ ενός τρίτου. Η μεν δικαιοπραξία με τον φαινομενικώς συμβαλλόμενο είναι άκυρη ως εικονική, η δε καλυπτόμενη δικαιοπραξία με τον υποκρυπτόμενο συμβαλλόμενο είναι ισχυρή (ΑΚ 138 παρ. 2).
Η προστασία της ΑΚ 139 προβλέπει ότι η εικονικότητα δεν βλάπτει εκείνον που συναλλάχθηκε αγνοώντας την και με τον τρόπο αυτό προστατεύει τον καλόπιστο συναλλασσόμενο.  Για να εφαρμοσθεί πρέπει να συντρέχουν οι εξής 2 προϋποθέσεις: (α) το πρόσωπο να έχει την ιδιότητα του συναλλαχθέντος πχ στις εταιρίες ο εταίρος και (β) ο συναλλαχθείς να αγνοούσε την εικονικότητα ακόμα και αν οφείλεται από αμέλεια. Για παράδειγμα, ο Α πώλησε εικονικά στον αδελφό του Β το ακίνητο για να αποφύγει την κατάσχεση, ο Β πέθανε και κληρονομήθηκε από τον Γ ο οποίος έχει κακές σχέσεις  με το θείο του Α. Αν ο Γ αποδεχθεί την κληρονομιά και πωλήσει το ακίνητο στο Δ ο οποίος αγνοούσε την εικονικότητα, ο Δ γίνεται κύριος του ακινήτου (ΑΚ 139).
Εκτός από την ΑΚ 139 μπορεί ο εν αγνοία συναλλαχθείς να προστατευθεί και με τις ΑΚ 197-198 (ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις), από ΑΚ 914 επ. (ευθύνη από αδικαιοπραξία) εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις τους.
Κρυψιβουλία υπάρχει όταν ο δηλών προβαίνει σε δήλωση βουλήσεως χωρίς να έχει δικαιοπρακτική βούληση πχ ο Α δηλώνει στον Β ότι πωλεί το ακίνητό του για 20.000 ευρώ ενώ στην πραγματικότητα θέλει απλά να διαπιστώσει την αξία του. Δεν ρυθμίζεται από ΑΚ.
Αστεϊσμός υπάρχει όταν κάποιος προβαίνει σε δήλωση βουλήσεως χάριν αστειότητας και πιστεύοντας ότι οι τρίτοι το αντιλαμβάνονται ότι δεν θέλει να δεσμευθεί νομικά πχ ο Α δήλωσε ότι δίνει το ποδήλατό του για να αγοράσει αυτοκίνητο.

Βιβλιογραφία:
Α. Γεωργιάδης "Αστικό Δίκαιο Γενικές Αρχές" σελ. 533-544

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου